Τι το κοιτάς με τόσο τρόμο το ρολόι;
Γιατί νευριάζεις με τους δείχτες που όλο κινούνται;
Δεν φταίει ο χρόνος καρδιά μου....
Δεν είναι ο χρόνος που δεν φτάνει...που δεν μας φτάνει...
Εμείς γινόμαστε λεπτά,στιγμή,δευτερόλεπτα,αιωνιότητα....
Εμείς κατρακυλάμε στο κορμί του.
Δεν με πληγώνει κάτι μην πανικοβάλλεσαι άδικα.
Κοίτα με!
Ακόμα σου χαμογελώ χωρίς να καταβάλλω κόπο,χωρίς να υποκρίνομαι.
Ψιτ...Μη μαλώνεις το ρολόι!
Αν δεν το είχες ανάγκη δε θα το χάιδευες με τόση ανακούφιση.
Πέρασε η ώρα πάλι...
Ξανά,δεν έχουμε άλλο χρόνο...
Δεν μας φτάνει για όσα θέλουμε,το ξέρω.
Την επόμενη φορά,υποσχόμαστε.
Ίσως ο χρόνος να μας επιτρέψει για κάτι παραπέρα...
Μα...να...αυτό που ήθελα να σου πω όσο κοίταζες καρτερικά το ρολόι...είναι πως...
Γίνεται να μην είμαστε τα διαχωριστικά σε αυτή την ιστορία;
Αναμονή...
Αν + μόνη...
Ανα το διφορούμενο αν...
Μόνη το καθηλωτικό...
Συμπέρασμα αναμονής....
Γιατί δεν διόρθωσα σε μόνος;
Παραπλάνηση όπως το διπρόσωπο αν...
Μάτια ικετευτικά, καρτερικά για λίγη στοργή και κατανόηση.
Kορμιά που συσπώνται ανεξέλεγκτα.
Στόματα που βγάζουν φθόγγους και κραυγές αυτόνομα.
Σώματα με νευρώνες σε επαναστατικό αυτόβουλο ντελίριο.
Φάρμακα, δεσίματα, ψάξιμο πραγμάτων για επικινδυνότητες
και κάγκελα σε ένα χώρο με εύθυμα χρώματα.
Όλα στο όνομα της εξάρθρωσης της εσωτερικής διάβρωσης.
Άρρωστοι άνθρωποι μόνοι, αποδιωγμένοι και απαξιωμένοι από τον έξω κόσμο.
Εγκατάλειψη σε ένα μέρος που ψάχνουν να περισυλλέξουν το μυαλό.
Νοσοκόμοι που προσπαθούν να κολλήσουν τα σπασμένα κομμάτια.
Η ψυχή όμως είναι μια άλλη περιοχή που τα φάρμακα δεν αγγίζουν.
Καμιά άσπρη ρόμπα δεν μπορεί να γιατρέψει τις πληγές της.
Η ψυχή δεν αρρωσταίνει μόνο πληγώνεται.
Παρακολουθεί το σώμα που τη μεταφέρει να αποδιοργανώνεται
και πέφτει σε μια μελαγχολία ανάγκης για λίγη κατανόηση.
Οικεία πρόσωπα που προσπερνάνε τρομαγμένα
τα άδολα μάτια που ζητούν στοργή.
Ο έξω κόσμος κρυφοκοιτάζει με φρίκη τον αριθμό 9.
Όταν πατάς το κουμπί που θα σε μεταφέρει εκεί
όλοι γύρω σου κάνουν ασυναίσθητα ένα βήμα πιο μακριά από εσένα.
Δαγκώνεσαι κι αναρωτιέσαι
αυτές οι ψυχές του 9 πόσο πονάνε
όταν αντιλαμβάνονται αυτό το βήμα του πιο πέρα.
Μάτια που ψάχνουν πέρα από το άσπρο της ιατρικής φροντίδας
μια οικεία φωνή, ένα οικείο χάδι να τους δείξει πως:
"Είμαι εδώ για σένα...
Για όσα είσαι και για όσα δεν είσαι.
Για όσα μπορείς να είσαι και για όσα δεν θες να είσαι.
Είμαι εδώ για όσα καταλαβαίνω,
για όσα δεν καταλαβαίνω
και για όσα δεν θέλω να καταλάβω.
Είμαι εδώ για την ψυχή σου
και δεν με τρομάζει το άρρωστο μυαλό σου."
Κι ας τα λέμε ψυχιατρεία εμείς ο έξω κόσμος.
Το μυαλό αρρωσταίνει όχι η ψυχή.
Μάτια που σε κοιτάνε καρτερικά και ζητιανεύουν
ένα κομμάτι από την καλημέρα σου.
Πόσο γνωστικός είσαι όταν τους την στερείς τόσο απροβλημάτιστα;
Κατάφερα και επέστρεψα,επιτέλους.... Κυκλοφορώ αόρατος μέσα σε γιορτινά πολύφωτα.
Συνοδεύομαι από πνεύματα που δεν συνομιλούν
για την γιορτινή ατμόσφαιρα και τη μαγεία των ημερών.
Νεφελένιος και άχρωμος γεμάτος χαμόγελα στείρα.
Ακροβατώ μέσα σε ένα πανικόβλητο κοινό σύμπραξης.
Ακροβατώ με σένα που αναπάντεχα υπαρχοξεφεύγεις.
Ακροβατώ πάνω σε μένα που μεταμφιέζομαι σε διαφάνεια.
Ακροβατώ σε όσα αποσιωπούνται στη φασαρία των γιορτών.
Ακροβατώ μπροστά σε έναν τοίχο σαν να μην τον βλέπω.
Τέλειωσαν οι γιορτινές οι μέρες δεν είπα ευχές ξωτικίσιες,
μόνο τις σκόρπισα στον αγέρα για να τις μοιράσει.
Δώδεκα παρά πέντε κατάλαβα πως αλλάζει ο χρόνος.
Δώδεκα ακριβώς σκοτάδι.
Δώδεκα και ένα δεν είδα κάτι διαφορετικό.
Δώδεκα και δυο χαμόγελα, φιλιά και αγκαλιές.
Δεν είμαι μελαγχολικός.
Δεν είμαι άπιστος στην μαγεία.
Είμαι αόρατος εκ εορταστικής πεποιθήσεως.
Παρασυρόμενος σε ένα μεταναστευτικό κίνημα συναισθημάτων....
Υγροποιούμαι καθώς σε σκέφτομαι.
Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου.
Τα σκουπίζω για να δω το χρώμα της θλίψης.
Υγροποιημένο και ακαθόριστο.
Εγώ,τα δάκρυα,η βροχή
σαν να είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια ύλη.
Άδειοι (όχι κενοί) καμβάδες αχρωμάτιστοι...
Το δρομολόγιο της αγάπης στο ανέφικτο χαράζει πορεία πραγματοποίησης.
Πράττει το δυνατό ενάντια στην έμμονη πεποίθηση του αδύνατου.
Όταν ξεγεννά η αγάπη τα όνειρα της
όλα τα ανθρώπινα δεσμά και της φύσης οι νόμοι
απλά αδρανοποιούνται σαν να μην υπήρξαν ποτέ....
Μη κοιτάς τα σημάδια από τα κομμένα φτερά.
Η αγάπη δεν τα είχε,ούτε τα έχει ανάγκη για να πετάξει
στους ουράνιους δρόμους της ολοκλήρωσης....
Εσένα έχει πάντα μόνο ανάγκη για να χάσει την αυτονομία της και να εξοστρακιστεί στα αστέρια...
Εσένα που με κοιτάς με αμφισβήτηση...
Μέσα στον στρόβιλο της βροχής νανουρίζομαι,
σε τόπους μαγικούς και ονειροδοσμένους.
Μα σαν η βροχή σταματά χάνω το ραντεβού της διάφανης αντάμωσης
και παραμένω σε αυτή τη δίχως φαντασία ανθρωπογή.
Βρεγμένος ως το κόκκαλο στάζω και τουρτουρίζω
από διάφανη,απόμακρη και μυστική αγάπη.
Ξανάρχισε να βρέχει και το όνειρο πήρε δρομολόγιο ζωής.
Με το ξημέρωμα ξέρω πως όλα θα κρυφτούν στην ονειροχώρα της ψυχής μου,προσμένοντας μια στάλα βροχής.
Μόνο μία πάντα αρκούσε για το ονειροδρόμιο...
Βρέχει...
Στάλα τη στάλα αφομοιώνομαι με τη λάσπη που υγροποιείται κι αυτή.
Γίνομαι λασπωμένο νερό και κατρακυλάω.
Μου λείπεις...
Δεν φτάνει τίποτα για να σε φτάσω...
Η βροχή δυναμώνει και γίνομαι ορμητικό λασπωμένο νερό.
Μου λείπεις...
Η βροχή τραγουδάει στο τσίγκο ρυθμικά.
Με ορμή πέφτω πάνω σου και λερώνω τα αγαπημένα σου παπούτσια.
Εσύ βρίζεις την κακιά την μοίρα σου
κι εγώ είμαι ξανά γαληνεμένος.
Είμαι για λίγο ένα μαζί σου,
για λίγο νιώθω το άγγιγμα σου καθώς τα καθαρίζεις με στοργή.
Για αυτή τη μικρή στιγμή πριν με αποκολλήσει το σφουγγάρι σου
σε κοιτώ χωρίς να μου λείπεις κι ας μη σε φτάνω...
Έξω ακόμα βρέχει...
Στο θολωμένο τζάμι έγραψα "σε αγαπώ".
Ίσα που πρόλαβα να ζωγραφίσω και μια καρδιά
πριν του σιφονιού σου τα έγκατα με αγκαλιάσουν
και ξαναβρεθώ στους μοναχικούς δρόμους της βροχής....
Κλεφτοπόλεμος οριοθετήσεων.
Οδοφράγματα συναισθημάτων.
Κυνηγάω και κυνηγιέμαι.
Μπρος πίσω.
Πίσω μπρος.
Τελικά ακίνητος στο ίδιο σημείο.
Καταστέλλω ανάγκες πεισματωμένα,
ενώ ήδη δεν θυμάμαι πραγματικά τι είχα ανάγκη.
Σαν εθισμένος στο αόριστο του ονειροπολήματος,
προσπαθώ να επισημοποιήσω χαοτικές προτάσεις ωρίμανσης.
Να με ακυρώσω;
Να γίνω κάποιος άλλος;
Αυτά που κρύβω μέσα μου,αυτός ο νέος άλλος,θα τα αγκαλιάσει στοργικά;
Παραμένω ο ίδιος αγκαλιάζοντας με πάθος τους πόνους μου.
Αυτονανουρίζομαι καταθέτοντας για την ώρα τα όπλα.
"Όταν μεγαλώσεις όλα αυτά θα σου φανούν αστεία."
Όταν μεγαλώσω...
Μετράω χρόνια που δεν καλύπτουν τα δέκα μου δάχτυλα.
Ακόμα δεν μεγάλωσα;
Πότε κάνεις είναι αρκετά μεγάλος για να πει πως μεγάλωσε;
Κι αν μεγαλώσω και δεν καταλάβω τα αστεία;
Γίνεται να μη μεγαλώσω ή πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβω τα αστεία;
Πάλι εδώ ανταμώσαμε.
Στα ίδια μέρη,οι ίδιοι άνθρωποι...
Ο ένας απέναντι από τον άλλον.
Μετράμε πληγές και αντισταθμίζουμε στιγμές.
Σαν να έχουν εξατμιστεί όλα μέσα μας
κι όμως την ύστατη στιγμή χαράχτηκε χαμόγελο.
Από τότε τίποτα...
Ούτε χαρά,ούτε δάκρυ,ούτε ελπίδα,ούτε καν θυμός.
Τόσο τίποτα...
Μαρμαρωμένο τίποτα.
Η έννοια του απόλυτου τίποτα.
Να μαστε πάλι εδώ...
Απέναντι ο ένας από τον άλλον...
Περιμένω να δω ποιος πόνος
από όσους προσφέρουμε απλόχερα θα μας πονέσει αρκετά,
για να μας χαρίσει το ουρλιαχτό της επιβίωσης.
Ξέρω πως θα μιλάγαμε για αγάπη απόψε...
Σαν τη μέδουσα με κοιτάς σιωπηλή
και εγώ πετρώνω καθώς σε κοιτάω.
Η αγάπη στη μέση του διαχωρισμού μας.
Θα μιλάγαμε και για λάθη απόψε...
Η αγάπη στη μέση του κάθε τίποτα μας.
Αντικρούει τα πάντα και μας τα ξαναπροσφέρει αποπροσανατολισμένα.
Κάτι θα λέγαμε σήμερα...
Η αγάπη στη μέση και γύρω γύρω τίποτα.
Πως φτάσαμε εδώ θυμάσαι;
Ας μη πούμε τίποτα η αγάπη μας κοιτάει.
Αγάπη και τίποτα.
Τίποτα και αγάπη.
Χωρίς λυτρωτική θλίψη...
Μόνο αναμονή μέσα στο τίποτα
και η αγάπη να μας κοιτάει επίμονα μέσα στα μάτια...
Ψάχνεις με το μικροσκόπιο να βρεις
τα μυστήρια του κόσμου μου.
Παρακολουθώ την λαχτάρα σου
και ματαιώνω τη κάθε μου κίνηση,
για να μη σε πικράνω.
Κανε μου τη χάρη και σταμάτα
να με αποσυναρμολογείς,
προσπαθώντας να βρεις αυτό που με ενώνει μαζί σου.
Με πονάει αυτή η αποκόλληση που μου κάνεις
κι ας σου λέω "όλα καλά καρδιά μου".
Μένω εκτεθειμένος στο μεγεθυντικό φακό σου
και το νυστέρι σου ανοίγει πιο βαθιές πληγές.
Σκουπίζεις ευλαβικά το αίμα
για να δεις τι κρύβεται μέσα στην τομή
και αποφεύγεις στωικά το βλέμμα μου,
που σε κοιτά αγαπησιάρικα και πονεμένα.
Γίνομαι χαρτοπόλεμος που σκορπάς στον αέρα
χωρίς να έχω την ευκαιρία
να μείνω αγκαλιά που θα κρύψει τη ψυχή σου.
Είμαι απλά εγώ, ψυχούλα μου!
Εγώ σκέτο, χωρίς μυστήρια γιατί.
Εγώ με όλα τα εγώ μου που σε αγαπώ για όσα είσαι,
ακόμα και για αυτά που μισείς να είσαι.
Τι άλλο να εξοντώσω μέσα μου για να το αποδεχθείς;
Μην απαντήσεις, γιατί θα το δεχτώ χωρίς ενδοιασμό
και θα στο προσφέρω αθόρυβα με αγάπη...
Τα γλαφυρά λόγια της αυταπάτης τύλιξαν ζοφερά
κάθε πτυχή του ρακένδυτου μυαλού.
Το γεμάτο τασάκι αποσιώπησε την αναμονή
χωρίς να ενισχύσει συναίσθημα αποκατάστασης.
Σηψαιμία,εγκαρτέρηση,αποκαθήλωση και όνειρα.
Κάπου εκεί ανάμεσα
στο φως και τη δυσωδία
αναδύθηκες εσύ.
Σε κάθε ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων
αλλάζεις μορφή και με ματώνεις.
Η έννοια της λύτρωσης φαντάζει με αστείο
που ξεχάστηκε πριν ειπωθεί.
Στο κάθε τόλμημα που κάνει η σκέψη μου για την υπόσταση σου,
βωμοί που λαχτάρησαν θυσία θρυμματίζονται
και οι παγωμένες κορφές της ελευθερίας γκρεμίζονται,
Ένα απαλό χάδι στοργικότητας δίνεις απροσδιόριστα
και ανατρέπεις όσα υπολόγιζα για ανύπαρκτα.
Πριν ξαναφύγεις, προσφέρεις χαμόγελο και με ρωτάς
"Τι θα ήμουνα αν ήσουν;"
"Κι αν είμαι;Τι αλλάζει;"
Ρωτάω αναπάντητα και εγώ,
προσμένοντας να φανείς
για να ακούσω ένα ακόμα σου αντίο.
"Απαγορεύεται η στάθμευση
λόγω φόρτωσης και εκφόρτωσης όλο το 24ωρο"
Πόσος καιρός ξεγλίστρησε κοιτώντας την πινακίδα;
Απαγορεύεται η στάθμευση.
Ποιανού στάθμευση;
Της ψυχής δίπλα σε μια άλλη;
Των βλεμμάτων που ενώνονται;
Της φωνής που είναι πολλές φωνές σε μία;
Φόρτωση.
Άραγε τι να φορτώνουν;
Αδέσποτα, αλητήρια χαμόγελα ονείρων
και παθιασμένα αισθήματα που ξεχύνονται στους δρόμους;
Εκφόρτωση σε τι;
Τι να εκφορτώνουν με ζήλο εξισορρόπησης;
Γυάλινα μάτια;
Βουβές κραυγές ανημπόριας;
Λεπίδες που σταματούν την αίσθηση;
Αλλόφρονες μιας απαστράπτουσας κατάντιας;
Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Ούτε δευτερόλεπτο ανάπαυλας.
Ακατάπαυστα χωρίς διαλείμματα αναθεώρησης.
Σημειώνω απουσίες.
Δικές μου απουσίες.
Κάποιο τρεχαλητό έσβησε πολύ γρήγορα.
Λες να ξέφυγε;
Ακούω το ντουπ του πεσίματος.
Στην φόρτωση και αυτό...
Κοιτάω την πινακίδα και δεν την διαλύω.
Δεν είναι αυτή η αιτία κι ας είναι για το ρόλο της υπαίτια.
Την αφήνω σημάδι να στέκει, προς αποφυγή προσέλευσης.
Το εμπόριο, σου προσφέρει αυτό που έχεις ανάγκη,
ή σου δημιουργεί ανάγκη για να προσφέρει.
Εγώ έχω ανάγκη εσένα.
Ακόμα να φανείς...
Μα,ξέχασα εμείς δεν είμαστε εμπορεύματα.
Τότε γιατί μας ξεπουλάμε μισοτιμής;
Ο αέρας παγωμένος, γεμάτος αρώματα βρεγμένου τσιμέντου.
Η τρύπια και χιλιομπαλωμένη μου καμπαρντίνα,
αδυνατεί να τον κρατήσει έξω από τα σωθικά μου.
Η παγωνιά τρυπάει τα κόκαλα.
Τρέμω σύγκορμος χωρίς να μου φταίει το κρύο.
Σωριάζομαι στη μέση του δρόμου και κλαίω.
Σηκώνομαι και τρεκλίζω.
Δεν κουμπώνω την καμπαρντίνα.
Οι πληγές είναι νωπές μου είπαν
και δεν θα αντέξω τον πόνο της επαφής.
Προτιμώ το κρύο που έτσι κι αλλιώς
χορεύει στο κορμί μου ανενόχλητο.
Κυριακή.
Οι δρόμοι έρημοι.
Εγώ δεν είμαι έρημος.
Κλαίω.
Τα γόνατα λυγίζουν.
Πέφτω και ξανασηκώνομαι.
Οι πληγές πονάνε εγώ δεν πονάω.
Τα μάτια μου κλαίνε εγώ δεν κλαίω.
Τα πόδια μου λυγίζουν εγώ δεν λυγίζω.
Εγώ προχωράω.
Πέφτω,σηκώνομαι και προχωράω.
Θα φτάσω.
Θα φτάσω στο μη προορισμό μου.
Δεν είμαι έρημος.
Είναι η ερημιά στη μέση του δρόμου.
Σε συνάντησα.
Τόσο τυχαία που φάνηκε η σκοπιμότητα.
Μαριονέτες από συρματοπλέγματα.
Μια ύπουλη παγίδα
για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας.
Πλησιάζουν οι γιορτές και η μαγεία κρύβεται.
Κανένα μαγικό πλάσμα δεν αντέχει
όλη αυτή τη βροντόφωνη σπατάλη.
Θέλουν σεληνόφως και ψιθυρίσματα.
Πυροσβεστικά σβήνουν φωτιές που άναψαν.
Αστραφτερές κυράτσες,
με τα μπικουτί στο κεφάλι τους,
στολίζουν τις θερμοκοιτίδες τους
για να υποδεχτούν το γιορτινό πνεύμα.
Τα πνεύματα δεν εγκλωβίζονται
σε φωταγωγημένες βιτρίνες ανέχειας.
Είναι αερικά και ξαποσταίνουν
σε βρεγμένα παγκάκια
και γερτούς από τη βαρυχειμωνιά ώμους.
Σε συνάντησα.
Σκέφτομαι να σταθώ μα, φοβάμαι.
Φοβάμαι γιατί θα αντικρίσω
αν θα κοντοσταθείς ή αν θα φύγεις.
Έχω την ανάγκη να ουρλιάξω τόσο δυνατά ώστε να σπάσει ο ουρανός.
Να πέσει στα πόδια μου σε χίλια δυο μικρά κομμάτια
και εγώ να μην τα μαζέψω από γινάτι.
Να νιώσει πως είναι να διασπάσε και να συμμαζεύεσαι μόνος σου.
Κουράστηκα να αυτοκανιβαλίζομαι,
για να μου υπενθυμίζω πως υπάρχω ως οντότητα.
Πόσο δύσκολο είναι να δει κάποιος τα μάτια;
Με ψαχουλεύω μήπως και τα έχασα κάπου στη διαδρομή.
Να πάρω φόρα να με πετάξω στον τοίχο θέλω
και αυτός για μια φορά να διαλυθεί.
Ασφυκτιώ σήμερα με το κορμί που κουβαλάω.
Να το αλλάξω να φορέσω άλλο όμως δεν γίνεται.
Περιφέρομαι μαζί του αναζητώντας
κάποια θεωρία που θα με γαληνέψει.
Να γίνω χείμαρρος να μπω μες στης ψυχής μου τα σωθικά
και να τα πνίξω όλα επιθυμώ για απόψε.
Θα πνίξω και εσένα μαζί με αυτά κι έτσι ματαιώνω τα σχέδια.
Με ματώνω με ήρεμα ρυάκια
για να αποφύγω να σε πληγώσω.
Ναι,μέσα στα νεύρα για όλα
και τα τεράστια χι που ζωγραφίζω πάνω τους
εσένα σε βάζω πρώτη σκέψη.
Ο κάδος των σκουπιδιών τραντάχτηκε
μα εγώ δεν σταμάτησα να πολεμώ μαζί του.
Κάδος εναντίον κορμιού.
Κορμί εναντίον κάδου.
Ακόμα δεν κατάλαβα ποιος ήταν ο πιο μίζερος
σε αυτή την διαμάχη
και πιο φορτίο από των δυο βρομούσε απαξίωση.
Καθώς η ψυχή θρυμματίζεται
σε μοναξιάς μονόδρομους,
η τρέλα της λογικής ακροβατεί
σε δρομολόγια υπενθύμισης.
Η ψυχή αγαπάει,
ματώνει και βρυχάται.
Εμμένει στο να ονειρεύεται,
να επιθυμεί και να τσαλακώνεται.
Η φωτιά της κατάρρευσης θεριεύει
και υψώνεται σαν τείχος γύρω μου.
Μαύρος καπνός τυφλώνει τα μάτια,
μπουκώνει τα πνευμόνια.
Πως να φυσήξω δυνατά να διώξω τα μαύρα σύννεφα;
Πως να σε δω;
Πως να σου φωνάξω;
Πως να σε πείσω για όσα δεν χρειάζεται να πειστείς;
Άπλωσα την κρυφή μου ελπίδα
στα κλαδιά ενός ετοιμόρροπου δέντρου
για να ξεβρομίσει από την κλεισούρα
και να αποχτήσει ευωδιές δροσοσταλίδας.
Στιγμή τη στιγμή μετατοπίζομαι
την παίρνω αγκαλιά και στροβιλίζομαι.
Κοιτάζω τον ορίζοντα και στοχεύω πιο πέρα.
Καψαλίζω τα τελευταία πούπουλα των φτερών μου.
Προσφέρω το τελευταίο ψήγμα
που αποδεικνύει πως κάποτε πετούσα,
σε όλη αυτή την προσμονή.
"Περιθωριακός" κάποιος σιγομουρμουρίζει ενοχλημένος...
Του χαμογελάω κατεργάρικα χωρίς να απαντήσω.
Μόνο εσύ ξέρεις το γιατί ...
Χωρίς να στο ψελλίσω....
Πέταξα τη μάσκα στο πάτωμα.
Καθηλωμένος στην αλήθεια σε κοίταξα
και λυτρωμένος μας αγάπησα μια στάλα παραπάνω.
Η θεοποίηση έγινε θρύψαλα στα πόδια μας
και εσύ τσιρίζοντας αγκάλιασες την μάσκα,
κοιτώντας με αηδιασμένη
που τόλμησα να αποκαλύψω την ουσία μας.
Δεν ήθελες να αγνοείς.
Δεν άντεχες να ξέρεις.
Δεν κράτησα μες την λαχτάρα και εγώ ένα κομμάτι μύθου,
για όταν ο φόβος φοβηθεί
να αγκαλιάσουμε μαζί την πληγωμένη μας αλήθεια....
Χιονίζει στάχτες και αποκαΐδια.
Βαρυχειμωνιά αιθαλομίχλης χωρίς εναλλαγή εποχών.
Γέρικες κορμοστασιές σερνάμενες,
από την ευθύνη του δυσοίωνου βαδίσματος.
Μια πένα αιχμαλωτίζει βρυχηθμούς
δειγμάτων ζωής και υποτίμηση αυτής.
Χέρια ξερά κλαδιά αναιρούν αγκαλιές
σπάζοντας από το βάρος της ανάγκης
και ματωμένα χείλη σφίγγονται
σε κάθε φιλί που αιωρείται στην άκρη τους.
Η υγρασία της ψυχής παίζει
μελωδία θλίψης στη ραχοκοκαλιά
μα, οι κραυγές συνθλίβουν το άκουσμα της.
Χειμώνας απρόσωπος.
Χειμώνας χωρίς σιωπές,
χωρίς ονειροπατήματα.
Χιονίζει στάχτες και αποκαΐδια,
από καψαλισμένα φτερά ξωτικών.
Φτερά φορτισμένα και αγέρωχα
από τη δύναμη της ελπίδας,
την τρέλα των ονείρων
και το διάφανο μυστικό του ΖΩ χωρίς επιβίωση....